
Η Ανάσταση
Άνθρωποι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον σχηματίζοντας τη μορφή ενός αλλόκοτου ζώου. Ο Λόγος του θεού ως αιφνίδια βροντή φύτρωσε πάνω στην χλωρίδα της ψυχής. Ο νους έσκασε σαν κέλυφος σαλιγκαριού. Εκτινάσσοντας στα μάτια του θεού το στρόβιλο της μετάνοιας. Θόρυβος σκιών που τριβελίζουν τον άδειο νου. Το εγκλωβισμένο του πυρωμένου νου ασάλευτο μυστήριο του κόσμου κλώθει το άσμα της αιώνιας χαράς. Κρυμμένες στο πλήθος οι λέξεις βάθαιναν τη θάλασσα τρέφουσα με την αλλόκοτη αλμύρα της το μένος του πλήθους. Αντάλλασσαν ανάσες που πύρωναν την εγκυμονούσα σιωπή. Στη θερμή φωλιά της έκλωθε τον αιώνιο έρωτα. Έρεαν τα δάκρυά τους στολίζοντας το κορμί με ήχους ηφαιστειακής έκρηξης και σαν λάβα χυνόταν το βλέμμα και καρφωνόταν με ταχύτητα φωτός η προσμονή στο κέντρο του σκοταδιού. Ο χώρος συνεχώς διευρυνόταν όπως ακριβώς ένα συντριβάνι ανθισμένων ονείρων. Σχημάτιζαν κυκλική τροχιά τα φανερωμένα όνειρά τους. Μια σιωπή ρήμαξε όλες τις σκιές. Ανοίγονταν στον ορίζοντα άνθρωποι που εκπροσωπούσαν τον άνθρωπο με γυμνή την ψυχή τους και την προσδοκία να ξεφουσκώσει το σώμα από την ιστορία του. Ένας ποταμός διέσχισε ξαφνικά την ψυχή τους. Ένα φύσημα υφαίνει το δέρμα της μνήμης. Στα χείλη επιμένει το σκοτάδι του δάσους από πόλεμο αγγελικών και δαιμονικών πνοών. Απομεινάρια φωτός της νύχτας. Τυλιγμένοι σε μια ασπίδα κρυστάλλινης θωπείας μεταγγίζουν όνειρα ο ένας στον άλλον. Η φωνή του θεού έσπειρε νότες αιωνιότητας στις καρδιές όσων αιμόφυρτοι χειροτεχνούσαν προσευχές. Αργά χυνόταν στα μάτια τους διαπερνόντας όλα τα στρώματα της ύπαρξης καταλήγοντας στο καυτό κέντρο της. Μια ακολουθία από ηχητικά κύματα κατέκλυσε το χώρο που ρίζωσε το φως του ανατέλλοντος ηλίου και φύτρωσε ένας εκλεκτός ανθός από μυρωδικές νότες. Με την πρώτη σκιά ξέσπασαν σε μια αρχέγονη συγχορδία γέλιων. Από στιγμή σε στιγμή αγκιστρώθηκαν στον βυθό ενός οργιαστικού χορού με μανιώδεις χειρονομίες ποθούσαν να γευτούν ο ένας τη μουσική που έβγαινε από το αιφνίδιο ράγισμα των σωμάτων του άλλου. Τα σώματα ρημαγμένα από την εκστατική φανέρωση των ψυχών και σχεδόν αποστραγγισμένα έσταζαν στο τύμπανο της πλάσης μιαν ύστατη κλαγγή. Μια αστραπιαία φιγούρα διέσχισε με μιας όλο τον ορίζοντα διαπερνώντας μέσα από την ιστορία των αιμορραγούντων ψυχών. Αφήνοντας οπίσω της μια λωρίδα σκοτεινή και έγινε παντού νύχτα. Όλος ο κόσμος έγινε ένα πελώριο αντηχείο της αλλόκοτης μουσικής.
Μια ιερή μανία στέγασε τις ορφανές του σιωπές σαν ενέργεια από ραγισμένες εικόνες καθώς τα σώματα λύγιζαν σα δέντρα ερωτικά στην ξαφνική νεροποντή του θέρους. Το πλήθος έσμιγε οργιαστικά σύροντας τον χορό του Ιάκχου όργωνε ο ένας την σιωπή του άλλου. Αυτοσχέδιες χορευτικές κινήσεις αναβόσβηναν σαν πιγολαμπίδες φωταγωγώντας το ανέλπιδο της χειρονομίας. Ένα νεαρό ζευγάρι ως έξαρχοι του αρχαίου δράματος ρουφούσαν όλο το άρωμα της σκηνής. Ήταν οι εκπρόσωποι της θεότητας. Βουτούσαν ο ένας το δάχτυλο στα ύδατα της ψυχής του άλλου μήπως και καταφέρουν να καλουπώσουν το άγαλμα της λογικής που διαρρηγνύει τη σάρκα της και μειδιάζει πάνω στα ερείπια. Εικόνα του σχισμένου ουρανού με τις βροχερές λάμψεις της θείας γέννησης. Ακηλίδωτες οι φορεσιές τους. Έψαλλαν τον ύμνο:
Χαίρε κεχαριτωμένη Μητέρα του Θεού ημών/ Εσύ ανήκουστη μελωδία της οικουμένης/ νότισε τις ψυχές των θνητών/ με το άρωμα της αιωνίας αγάπης / Εσύ που εκκόλαψες τον Εκλεκτό της ανθρωπότητας/ φώτισε το χάραγμα της ψυχής/ να γευτούμε τ’ουρανού το αρχέγονο κάλλος.
Καμωμένα τα σώματά μας από τον εξόριστο άνεμο της γης για δες πόση ομορφιά εκπέμπει η θωριά τους βυθισμένα στην ωραιότητα ενός ανθρώπου που ζύγωσε την ομορφιά εθισμένος από μια παλιά αίσθηση μεγαλείου που ακτινοβολούσε η γενναιοδωρία και τα παιχνίδια σωριασμένα άτακτα αναζωπυρώσεις μιας μνήμης πληγωμένης και αυτό ξέρει να αγαπά έναν Θεό που ερωτεύεται δίχως να περιμένει τίποτε. Έτσι απλά. Δίχως το γιατί. Τα χείλη σφραγισμένα και η σιωπή πυρά στο δάσος της αιωνιότητας. Χτίζουμε πάνω σε ερείπια τη ζωή μας, πάνω σε συντρίμμια. Για κοίταξε η ζωή πόση ομορφιά κρύβει μέσα στη νύχτα με τα παιδιά να τρέχουν αμέριμνα και να φωνάζουν. Άκουσέ με πρέπει να κοιτάξουμε τη ζωή μας γιατί φεύγει και δεν περιμένει είναι αμείλικτη στα νοήματα και τώρα ας πάμε εκεί κάτω στην πηγή να δροσιστούμε να ξαποστάσουμε στην αιώνια χαρά του πλατανίσιου ίσκιου.